«28n ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ» (28 – 10 – 1982 & 28 – 10 – 1986)

Σε όλες τις μεγάλες επετείους, είναι μια ωραία, παλιά συνήθεια ανάμεσα στις άλλες τελετές να εκφωνείται κι ένας λόγος, όχι τόσο σαν μια πανηγυρική εκδήλωση κι αυτός, εκδήλωση χωρίς βαθύτερη περιεχόμενο. Κάθε εθνική γιορτή δε μας καλεί μόνο να δώσουμε διέξοδο στα αισθήματα της χαράς και της περηφάνιας που μας συνέχουν. Μας καλεί να αναμετρήσουμε το χρέος μας απέναντι στις παλιότερες κα απέναντι στις μελλοντικές γενιές των Ελλήνων. Σ' αυτού του χρέους την υπηρεσία στέκει ο λόγος αυτός: μέσα στη γιορταστική ατμόσφαιρα απαιτεί μία ώρα περισυλλογής και στοχασμού, πάνω σε ελληνικά ουσιαστικά θέματα.
Ο μεγάλος μας ποιητής Κ. Καβάφης γράφει:
“Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο ΝΑΙ ή το μεγάλο 0X1 να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος το ‘χει έτοιμο μέσα του το ΝΑΙ και, λέγοντας το πέρα, πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθηση του. Ο αρνηθείς δεν μετανιώνει. Αν ρωτιούνταν, πάλι όχι θα ξαναέλεγε. Εκείνο τ' όχι το σωστό εις όλην την ζωήν του”. Σε τέτοιο δίλημμα βρέθηκε η γενιά του '40. Όταν έθνη μεγάλα και ισχυρά υποχωρούσαν ή έκαναν τους υπολογισμούς τους και έσπευδαν να συνθηκολογήσουν, η μικρή Χώρα μας τράβηξε το δρόμο του χρέους και της τιμής, χωρίς ηττοπαθείς δισταγμούς, χωρίς αριθμητικούς υπολογισμούς. Γιατί δεν είχε άλλη επιλογή έτσι πρόσταζαν οι γενιές Ελλήνων που αγωνίστηκαν και χάθηκαν για τη λευτεριά αυτού του Λαού κι αυτού του τόπου. Γιατί την ίδια απάντηση έδινε σχεδόν μονότονα ο ίδιος ο Λαός, όταν βρέθηκε στο σκληρό δίλημμα να διαλέξει ανάμεσα στην ανέντιμη ζωή και στον ηρωικό θάνατο. Και προτίμησε πάντα το δεύτερο. Γι’ αυτό, φυσικά, γνώρισε λαμπρές περιόδους στην Ιστορία.
Κι όσες φορές πάλι έπεσε, ποτέ δεν υποτάχτηκε στη μοίρα του, αλλά πάλεψε πάντα μαζί της με γενναίο φρόνημα, με την αξιοπρέπεια και την ευγένεια του αγωνιστή. Αυτό το πνεύμα του αγώνα, της πάλης κάτω από συνθήκες άνισες και αντίξοες διατρέχει την Ελληνική Ιστορία και υπακούει στην επιγραμματική φράση του Θουκυδίδη: “Το εύδαιμον το ελεύθερο, το δε ελεύθερον το εύψυχον”.
Δηλαδή: Ευτυχισμένος μπορεί να είναι μονάχα ο ελεύθερος και ελεύθερος μπορεί να είναι μόνο ο εύψυχος, ο γενναίος. Στα νεότερα χρόνια, αυτή η στάση της ζωής θα μπορούσε να αποδοθεί με δύο όρους, που χαρακτηρίζουν τη ρωμιοσύνη: Λεβεντιά και Φιλότιμο. Η πρώτη έχει μοναδικό περιεχόμενο, σαν έννοια, που δεν μπορεί να μεταφραστεί σ’ άλλη γλώσσα. Η δεύτερη απηχεί την πλατωνική άποψη ότι: «ου το ζην περί πλείστον ποιητέον, αλλά το ευ ζην». Αυτές τις αξίες, αυτές τις πατρογονικές υποθήκες, τις βιώνει το Έθνος σε όλες τις κρίσιμες στιγμές της ιστορίας του. Το '40 ήταν μια τέτοια, κρίσιμη στιγμή. Κρίσιμη όμως, όχι μόνο για μας τους Έλληνες, αλλά και για τον κόσμο ολόκληρο.
Ιδέες διαμετρικά αντίθετες, απ’ αυτές που ήταν ριζωμένες στον Ελληνισμό από τα πανάρχαια χρόνια, έκαναν την επιδρομή τους ενάντια στον Ανθρωπισμό, στη Δημοκρατία, στην Ελευθερία, στην Ειρήνη.
Ο φασισμός και ο ναζισμός απειλούσαν τώρα με το φανατισμό και την ωμή βία να εγκαθιδρύσουν μια νέα τάξη πραγμάτων στην ανθρωπότητα. Κι ενώ τα έθνη πάγωναν και λύγιζαν διαδοχικά, στη θύελλα του κεραυνοβόλου πολέμου, ο μικρός Ελληνικός Λαός “σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος, σαν που ταίριαζε σ' αυτόν που αξιώθηκε μια τέτοια πατρίδα», απάντησε μ' ένα στόμα, με μια μυριόστομη αυθόρμητη φωνή”: OXI.
Το πήραν τα φαράγγια και οι λαγκαδιές και το 'φεραν, από τη Μακεδονία και Θράκη ως την Κρήτη και το Ταίναρο και τα νησιά. Το αντιλάλησαν οι πλαγιές της Πίνδου και οι βουνοκορφές της Αλβανίας και το 'καναν παιάνα και πολέμου ιαχή. Πάνω κει, στα βουνά της Αλβανίας, γράφτηκε για μια ακόμα φόρο ένα έπος. Το έπος του '40. Και στήθηκε ένα μνημείο Πανανθρώπινο. Νίκησαν οι μικροί τους ισχυρούς. Γιατί ο αγώνας τους, ήταν αγώνας για τιμή, για δίκιο και για λευτεριά. Κι ο φασισμός δεν πέρασε. Αλλά κι όταν οι σιδερόφρακτες στρατιές του ναζισμού ζήτησαν την παράδοση και την υποταγή του Ελληνικού Λαού, και πάλι ο γίγαντας Λαός, σαν το μυθικό Ανταίο, ανασύνταξε όσες δυνάμεις του έμειναν κι έδωσε τη μάχη των οχυρών του Ρούπελ και κέρδισε μια ηθική νίκη ανυπολόγιστης αξίας, για το πεσμένο τότε φρόνημα του κόσμου.
Ήταν οι πρώτες νίκες κατά του άξονα, και το πρώτο ξάφνιασμα έγινε θαυμασμός. Εκφρασμένος παγκόσμια και επίσημα.
Έτσι, η θυσία του '40 έγραψε μια υποθήκη, άσβηστη για την ελπίδα της λευτεριάς και έδωσε το δικαίωμα της Ανάστασης. Κι όπως η θυσία: του μαρμαρωμένου βασιλιά έθρεψε το γένος για αιώνες, με την ασίγαστη ελπίδα της εθνικής αποκατάστασης, έτσι και τώρα. Έπεσε και υποδουλώθηκε το έδαφος της χώρας, μα όχι και οι ψυχές του Λαού της.
Η περηφάνια, που δημιούργησε η εθνική νίκη, κράτησε ακμαίο το φρόνημα του Λαού και εμψύχωσε και ενέπνευσε την εθνική αντίσταση, την καθολική εθνική αντίσταση σε όλα τα επίπεδα και με όλα η πρόσφορα μέσα σε όλη τη διάρκεια της κατοχής, ώσπου πια και ο τελευταίος στρατιώτης του κατακτητή εγκατέλειψε το ιερό αυτό χώμα.
Αυτούς που αυτόκλητοι, με την παρόρμηση του χρέους προς την ατομική τους αξιοπρέπεια, την πατρίδα, αυτούς που θεώρησαν την κοινή υπόθεση χρέος τους και ανέλαβαν στους ώμους τους το μεγάλο βάρος να προμαχήσουν στον αγώνα για τα ιδανικά της Πατρίδας και του Έθνους, αυτούς και αυτούς τιμούμε σήμερα, μαζί με εκείνους του έπους του '40. Και τους τιμούμε όλους. Τους επώνυμους και τους ανώνυμους. Κι αυτούς που ζουν ανάμεσα μας, κι αυτούς που χάθηκαν στα σκοτεινά χρόνια της κατοχής. Γιατί, χάρις σ’ αυτών τη θυσία, αυτών που προτίμησαν τον κίνδυνο από τον εφησυχασμό, ξανάβγαινε μέσα από τα ερείπια και τους τάφους, άτρωτη, η Ελληνική Λευτεριά.
Όμως, πολλοί πιστεύουν πως, ότι οι Έλληνες κερδίζουν στον καιρό του Πολέμου, το χάνουν στον καιρό της Ειρήνης:

1) Η αυτοθυσία και η ομοψυχία των Ελλήνων νίκησε στους Μηδικούς πολέμους. Κι ώσπου κρατούσε ο απόηχος εκείνης της μεγάλης ιστορικής στιγμής, το γεγονός αυτό είχε τον ευεργετικό του αντίκτυπο, στα έργα του πολιτισμού. Ακολούθησε όμως, πενήντα χρόνια αργότερα, ο Πελοποννησιακός, ο εμφύλιος πόλεμος.

2) Το Βυζάντιο έπεσε, περισσότερο εξαιτίας των εσωτερικών αντιθέσεων, παρά από τη δύναμη του κατακτητή.

3) Στα χρόνια της Επανάστασης του '21, πριν καλά-καλά απελευθερωθεί, έστω κι ένα κομμάτι ελληνικής γης, ξέσπασαν δύο εμφύλιοι πόλεμοι.

4) Μετά το έπος του '40 και το έπος της Εθνικής Αντίστασης, και πάλι ξέσπασε ο αλληλοσπαραγμός.

Γιατί, τάχα;
Αυτό το «γιατί» θα πρέπει, πρέπει, κάποτε να το απαντήσουμε. Έχουμε χρέος να το απαντήσουμε και να το απαντήσουμε χωρίς ευκολία. Χωρίς δεδομένα μικροσυμφεροντολογικά σχήματα. Αλλά με ψυχική και διανοητική εγρήγορση, ψάχνοντας, σκάβοντας βαθιά μέσα μας, κατακτώντας την αυτογνωσία μας, ξεπερνώντας τις αδυναμίες μας. Και προπαντός πρέπει να αποδεχτούμε την ανθρώπινη αξία ως αυταξία. Και να προσέξουμε όλοι μας και οι νέοι κυρίως για να αντιμετωπίσουμε τα διάφορα πολιτιστικά ρεύματα, τους ξένους τρόπους ζωής και τις ξένες ιδεολογίες. Όλα αυτά, σήμερα, που οι λαοί όλου του κόσμου επικοινωνούν με ευκολία και ταχύτητα, εισβάλλουν με ορμή και ένταση τέτοια, που το πνεύμα της Ρωμιοσύνης δεν προφταίνει να τα αφομοίωσε δημιουργικά.
Δεν θα υψώσουμε τείχη στην επικοινωνία μας με τους άλλους, όχι αλλά θα πάρουμε το ξένο που μας οδηγεί σε ένα δημιουργικό μπόλιασμα και όχι σε δουλική μίμηση. Έχουμε εμείς μια δίκη μας, μεγάλη παράδοση. Ένα πλούσιο νεοελληνικό πολιτισμό. Κι είμαστε ταυτόχρονα ένας Λαός μοναχικός στον κόσμο, χωρίς φυλετικές συγγένειες. Γαντζωμένοι σ' ένα βράχο πάνω στον πιο πολυσύχναστο σταυροδρόμι της Ιστορίας. Ανάμεσα σε τρεις ηπείρους: Ευρώπη, Αφρική και Ασία. Κι είναι προϋπόθεση για την επιβίωση μας, να διατηρήσουμε την εθνική και πολιτιστική μας ταυτότητα όπου συμπυκνώνονται οι αξίες και τα ιδανικά, που ακολούθησε η Ρωμιοσύνη στη μεγάλη πορεία της.
Γι' αυτές τις αξίες και τα ιδανικά πάλεψαν οι ηλικιωμένοι ανάμεσα μας, οι δικοί μας πατέρες, οι δικοί σας παππούδες, νέοι του Αιγινίου. αψηφώντας την πείνα, τα χιόνια, τις παγωνιές, τον κίνδυνο, τον θάνατο.
Μιλούμε σήμερα για το χαμένο αξιωματικό και το φαντάρο της Αλβανίας, για τις χήρες και τα ορφανά τους, για τους ανάπηρους από τις οβίδες και τα κρυοπαγήματα. Μιλούμε σήμερα για χιλιάδες ανώνυμους, άντρες, γυναίκες, παιδιά. που πέθαναν από πείνα στις παγερές χειμωνιάτικες νύχτες της κατοχής. Μιλούμε για τους εκτελεσμένους της Εθνικής Αντίστασης, για τους Αγωνιστές της Αντίστασης, για όλους τους Αντιστασιακούς. Μιλούμε για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και για τα μπλόκα του κατακτητή.
Και τους τιμούμε σήμερα όλους. Γιατί όλοι έκαναν το καθήκον τους και εκπλήρωσαν το χρέος τους, και στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στην Πατρίδα. Και μας δείχνουν σήμερα ξανά το δρόμο που πρέπει να πάρουμε, αν χρειαστεί. Όμως, η καλύτερη τιμή γι’ αυτούς, το καλύτερο μνημόσυνο γι’ αυτούς που χάθηκαν, θα ήταν να λειτουργήσουμε σαν Έλληνες πολίτες με υπευθυνότητα και Εθνική ομοψυχία τέτοια, σαν αυτή που έδειξε το Έθνος του '40.
O Μακρυγιάννης, ο μεγάλος αυτός αγωνιστής του '21, σαν αγνός, γνήσιος Έλληνας που ήταν, είχε νιώσει από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ελευθερίας, με το ένστικτο του, τούς κινδύνους που έκλεινε ο διχασμός των Ελλήνων. Όταν στόλιζε το σπίτι του στην Αθήνα, έβαλε και του έκαναν διάφορα ψηφιδωτά, σύμφωνα με τις οδηγίες του. Ας ακούσουμε πώς περιγράφει ο ίδιος μια από τις παραστάσεις αυτές;
“Παροκότου είναι ένας χορός που γίνεται, ένας με σκουτιά φράγκικα χορεύει μ' έναν Έλληνα . . . Ο φραγκοφορεμένος θέλει το δικό του χορό, ο Έλληνας το δικό του, και θα μαλώσουνε ογλήγορα, ότι δεν μπορεί να μάθει ο ένας τον άλλο χορό”.
Πιο επιτυχημένο σύμβολο του διχασμού δύσκολα θα μπορούσε κανείς να βρει, γιατί ο χορός είναι μια άμεση έκφραση της ιδιοσυστασίας της εθνικής ψυχής. Σήμερα πρέπει να υπογραμμίσω αυτό με μεγάλη έμφαση στον τόπο μας μαλώνουν πολλοί χοροί. Πάρα πολλοί. Μάλιστα, μέσα σε μια θολή και εκρηκτική διεθνή ατμόσφαιρα, όπου ναρκοθετείται η ειρήνη, αυξάνονται οι πράξεις βίας και πολλαπλασιάζονται τα ανθρώπινα θύματα.
Είναι χρέος μας να σταθούμε ενάντια στους πυρηνικούς εξοπλισμούς, ενάντια σε κάθε προετοιμασία πολέμου, ενάντια στις πράξεις βίας. Υπερασπιστές της ειρήνης και των ανθρώπινων ελευθεριών.
Έφτασα σχεδόν στο τέλος και σας ευχαριστώ που, με τόση προσοχή, μου δώσατε την ευκαιρία να επικοινωνήσω μαζί σας, αυτή τη μεγάλη μέρα, γι' αυτό το μεγάλο γεγονός.
Μόνο μια ευχή θέλω να κάνω:

Μακάρι, γρήγορα να έρθει η ώρα που όλοι οι Έλληνες, σύμφωνα με όσα μας είπε ο Μακρυγιάννης, να σέρνουν έναν και μόνο χορό: ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ.


: : . . . Επιστροφή στην Προηγούμενη Σελίδα . . . : :