«25n MAPTIOY» (25 – 3 – 1983 & 25 – 3 – 1986)

Τι σημαίνει αλήθεια, για μας τους Έλληνες, η 25η Μαρτίου, που σήμερα γιορτάζουμε για μια ακόμη φορά;
Και τι νόημα θα είχε να αναμασήσει κανείς τις μάχες και τους ηρωισμούς των ανθρώπων, να χρησιμοποιήσει λόγια μεγάλα και ωραία απόκοσμα όμως, και ξεκομμένα από τη σημερινή πραγματικότητα;
Σε τι, τάχα, θα ωφελούσε κάτι τέτοιο σήμερα;
Είναι αρκετό να μιλήσουμε με λόγια δοξαστικά, για τον ηρωισμό και την αυτοθυσία των προγόνων, σήμερα, που ολοένα και περισσότερο ο καθένας μας αντικρίζει τα γενικά πράγματα με στενό, προσωπικό πρίσμα, που βάζουμε πιο μπροστά από το γενικό, το ατομικό από το συλλογικό;
Η γνώμη είναι, ότι οι ρητορείες και τα λόγια τα μεγάλα, όχι μόνο δεν ωφελούν, αλλά και μας αποπροσανατολίσουν, όχι μόνο δεν τιμούν τα γεγονότα και τα πρόσωπα που τα δημιούργησαν, αλλά και δεν μας δείχνουν το χρέος μας για το σήμερα, για το αύριο. Και ποιο να είναι, τάχα, το χρέος μας σήμερα απέναντι σ' αυτή την πατρίδα, που δεν λευτερώθηκε με τα παραμύθια, όπως λέει κι ο Μακρυγιάννης;
Γι' αυτό το χρέος θέλω να σας μιλήσω, αφού πρώτα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω, σε αδρές γραμμές, τα χαρακτηριστικά του Εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του Λαού μας, που ξεκίνησε σαν σήμερα, το 1821.
Ποια είναι, αλήθεια, τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού του ιστορικού γεγονότος, που οδήγησε στη δημιουργία του Ελληνικού Κράτους;
Ο ξεσηκωμός των Ελλήνων δεν ήταν ένα γεγονός με τοπική σημασία, αλλά μια κοσμοϊστορική πρόκληση.
Για πρώτη φορά, μετά τη Γαλλική Επανάσταση, ένα Έθνος προσπάθησε να αποκτήσει την Εθνική του Ελευθερία, σ' έναν κόσμο που φαινόταν να έχει «παγώσει» μέσα στο σιδερένιο κλοιό που δημιούργησε η πολιτική του STATUS QUO, που είχαν δεχθεί οι Μεγάλες Δυνάμεις του Κόσμου, με αρχιτέκτονα και εμπνευστή τον Μέττερνιχ.
Γι’ αυτό, η σημασία του ξεσηκωμού αυτού έχει διεθνείς διαστάσεις:
Γιατί κράτησε σ’ αυτές τις δύσκολες ώρες αναμμένο το δαυλό της Ελευθερίας και έδειξε στους Λαούς όλης της γης, από τις χώρες της κοντινής Ευρώπης ως τη Νότια Αμερική, ότι η μικρή, έστω, φλόγα που άναψε εδώ δε γινόταν, δε μπορούσε να σβήσει, όσο κι αν φύσαγαν πάνω της η Τουρκία και οι δυνατοί του κόσμου.
Ήταν, ύστερα, ένας αγώνας Εθνικός και Λαϊκός.
Κι ήταν Εθνικός, γιατί αφότου ακούστηκε στο Μυστρά η φωνή του Γεμιστού – Πλήθωνα: “Είμαστε Έλληνες καθώς και η γλώσσα και η πατροπαράδοτη Παιδεία μας μαρτυρεί” (έλληνες εσμέν ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί).
Η εθνική συνείδηση διατηρήθηκε άγρυπνη σ' όλη την περίοδο της τουρκοκρατίας με τους αγώνες των Κλεφτών και εκφράστηκε με το ανεπανάληπτο Δημοτικό μας τραγούδι και τα άλλα δημιουργήματα της Εθνικής ψυχής. Γι αυτό, ύστερα από τη γενικότερη αφύπνιση των Ευρωπαϊκών Λαών και το πνεύμα, που ξεπήδησε από το κλίμα της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης, ήταν “αδύνατον αι Ελληνικαί ψυχαί να κοιμηθούν πλέον εις την ληθαργίαν της τυραννίας. Ο λαμπρός ήχος των αρμάτων πάλιν θέλει ακουσθεί προς καιατρόπωσιν των τυράννων και ταχέως”, όπως γράφει ο ανώνυμος συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας, αυτού tου μανιφέστου, που αφύπνισε την Ελληνική ψυχή από τις αρχές κιόλας του 19ου αιώνα (1806).
Κι ήταν, ακόμα, αγώνας Εθνικός, γιατί συνήγειρε και μάλιστα πρώτους όχι μόνο τους Έλληνες που ζούσαν στα μέρη του σημερινού Ελληνικού Κράτους, αλλά τους Έλληνες της διασποράς, που είτε δε ζούσαν τη σκλαβιά καθόλου, είτε τη ζούσαν αλλά όχι με την οξύτητα που τη ζούσαν οι Έλληνες της Ελλάδας.
Αλλά, όμως, ο αγώνας ήταν και Λαϊκός. Και ήταν Λαϊκός με δύο έννοιες:
Πρώτα πρώτα γιατί βασιζόταν στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, που διατυπώνεται με απερίφραστο τρόπο, στο πρώτο Σύνταγμα που ψηφίστηκε στην αρχή του αγώνα, που είναι η βασική αρχή της Δημοκρατίας ακόμα και σήμερα ύστερα από το κήρυγμα της Γαλλικής Επανάστασης. Αυτό σημαίνει ότι η ανάκτηση της Ελευθερίας θα συνοδευόταν από τη δημιουργία ενός Κράτους, στο οποίο δε θα υπάρχουν πολίτες παραπεταμένοι στο περιθώριο. Πολύ εύστοχα διατυπώνει την ιδέα αυτή ο Κοραής σε ένα κείμενο του προς το αγωνιζόμενο Έθνος:
“Αν αυτή είναι η αιτία δια την οποία εχύσατε και χύνετε καθ' ημέραν το αίμα σας, αν σκοπόν άλλον δεν έχετε παρά να αρπάζετε μόνον τα άνισα και άδικα μέτρα από τας χείρας του (Τούρκοι Τυράννου, δια να τα μεταχειρίζεσθε εσείς με την αυτήν ανισότητα προς αλλήλους, δια να υψώνεσθε ο ένας υπέρ του άλλου, δια να καταδυναστεύει ο πλούσιος τον πτωχόν και ο δυνατός τον αδύνατο. (...), πιστεύσετέ με ότι αδίκως εταράξατε και την ησυχίαν όλην του γένους μας (...) Αδίκως, γιατί πώς είναι δυνατόν οι ευπορότεροι να ζητούν αδελφική αντιμετώπιση του θανάτου από τους πενέστερους. αν δεν τους έχουν προσφέρει προηγουμένως αδελφική αντιμετώπιση της ζωής;”
Κι ύστερα, ήταν αγώνας Λαϊκός, γιατί μίλησε στις καρδιές όλων των ανθρώπων του Λαού. Αυτοί ήταν που κάνανε δική τους την υπόθεση της Ελευθερίας.
Παντού, στα χωριά και στις πολιτείες, στις στεριές και στα πέλαγα, ξεσήκωσε ο αγώνας ρίγη ενθουσιασμού και μετέβαλε σε ήρωες τους χτεσινούς δούλους.
Αυτοί συγκρότησαν τα επαναστατικά στρατεύματα και πληρώματα, ανέβηκαν στα Τείχη της Τριπολιτσάς, κυνήγησαν τις στρατιές του Δράμαλη, σφάχτηκαν στη Χίο και στα Ψαρά, τίναζαν τις τουρκικές φρεγάτες και τινάχτηκαν στον αγέρα, μαζί με τα μετερίζια τους.
Είναι αυτοί, οι άγνωστοι και υπέροχοι υπερασπιστές του Μεσολογγίου, που συμβολίζουν το μεγαλείο του '21. Οι ραγιάδες των χρόνων της δουλείας, τα θύματα στις ορέξεις του Αγά, μεταβλήθηκαν στην Επανάσταση σε «δύναμη, που ο λογισμός την έτρεμε».
Οι χτεσινοί ξωμάχοι, τσομπάνηδες και ψαράδες, γίνονταν οι σημερινοί ιεροφάντες της Ελευθερίας και οι εραστές του χρέους, που έφτανε, χωρίς κανένα δισταγμό, στην αυτοθυσία.
Αυτοί οι άνθρωποι ανάγκασαν τον διαβόητο Μέττερνιχ να γράψει, μετά το Μεσολόγγι, στο Σουλτάνο: “Μεγαλειότατε, τώρα πια δεν μπορώ να κάμω τίποτα. Τώρα υπάρχει το Μεσολόγγι”. Και, κοντά σ' αυτούς, μαζί με τους ανθρώπους αυτούς, οι λόγιοι, φορείς της παράδοσης και των νέων Ευρωπαϊκών ιδεών, ο Κλήρος στα χωριά και στις πολιτείες, οι πλούσιοι έμποροι και καραβοκύρηδες.
Αλλά, αν ο αγώνας αυτός εκφράστηκε με το σοβαρό σύνθημα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ή ΘΑΝΑΤΟΣ», σύνθημα που κρύβει μέσα του με το τραγικό του μεγαλείο ότι ο πόθος της Ελευθερίας είναι ασίγαστος, είναι η ουσία των προτερημάτων του γένους. ΔΕΝ ΕΛΕΙΨΑΝ, δυστυχώς, και τα μεγάλα μας ελαττώματα: Η μικροφιλοδοξία, η διχόνοια, ο τοπικισμός, η μισαλλοδοξία, και οι συνέπειες τους, οι εμφύλιες διαμάχες. Πανάρχαιοι δαίμονες, αρρώστιες ενδημικές της φυλής μας, μας φράζουν ΑΙΩΝΕΣ τώρα το δρόμο για την προκοπή.
Θα 'λεγε κανείς, σαν να βαραίνει επάνω μας ποιος ξέρει ποια βάναυση μοίρα, βλέπουμε μπροστά μας ορθάνοιχτο το γκρεμό και όμως. δεν μπορούμε να παραμερίσουμε.
Αν η Ιστορία διδάσκει, αν δηλαδή το παρελθόν φωτίζει το παρόν, όταν το παρελθόν το κοιτάζουμε και το κρίνουμε σωστά, τότε το σωστό μάθημα για το νόημα της σημερινής μέρας μας το δίνει ποιος άλλος; ο βαρύς λόγος του Μακρυγιάννη, αυτού του αγράμματου σοφού, που ξεπήδησε μέσα από τα σπλάχνα του Λαού. Λέει, λοιπόν, ο Μακρυγιάννης, λίγο μετά την απελευθέρωση:
:Θέλουν τώρα, άλλος να μας κάνει Άγγλους, άλλος Γάλλους κ άλλος Ρούσους. Εγώ θέλω να τους προσφέρω μόνο σέβας ολουνών, αυτών των Ευεργετών και να ταράξω την πατρίδα όπου γεννήθηκα...”
Γιατί
“...τούτην την πατρίδα έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί και αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσο αγωνιστήκαμεν αναλόγως ο καθείς έχομεν και να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί. να την φυλάμε και όλοι μαζί και να μην λέγει ούτε ο δυνατός Εγώ. ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς εγώ: Όταν αγωνιστεί μόνος του και φτειάσει ή χαλάσει, να λέγει εγώ. Όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φτειάνουν, τότε να λέμε Εμείς Είμαστε στο Εμείς και όχι στο Εγώ”.
Στα χρόνια του μεγάλου ξεσηκωμού, σ’ αυτόν εδώ τον τόπο, δημιουργήθηκε ασυναίσθητα και απρόσμενα, βγαλμένος μέσα από το καμίνι της σκλαβιάς και σφυρηλατημένος πάνω στο αμόνι της πίκρας, ο ωραίος τύπος του Έλληνα λεβέντη: Είναι αυτός που δεν μπορεί να δουλεύει στον τύραννο και παίρνει τα βουνά, αυτός που 'χει «σουλτάνο το σπαθί, βεζύρη το ντουφέκι», αυτός που προστατεύει τους αδικημένους και ζει ζωή ξένη από χαρές «στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα με πικραμένα μάτια». Κι ύστερα, είναι αυτός που θα πολεμάει ακατάπαυστα. Θα σκοτώσει και θα σκοτωθεί, θα καεί και θα κάψει. Θα υποτάξει κι αυτός την πεινασμένη σάρκα του και θα προτάξει το πληγιασμένο του κορμί ταμπούρι απάτητο ενάντια σε κάθε μορφή τυραννίας. Είναι, τέλος, αυτός που αντίκρισε τη ζωή με ειλικρίνεια και πίστη, που πίστεψε πως, το αύριο που 'ναι να 'ρθει, θα 'ναι καλύτερο από το σήμερα, έστω κι αν είναι να το χαρούνε άλλοι.
Βλέπουμε, λοιπόν, πως οι άνθρωποι που μας χάρισαν τη λευτεριά, τσακίζοντας μία-μία με τα αντρίκεια χέρια τους τις αλυσίδες της σκλαβιάς, δε μας χάρισαν μονάχα αυτό το μεγάλο δώρο. Μας δώρισαν, μαζί με τη λευτεριά, κι ένα πρότυπο ζωής. Μας δίδαξαν, με το θετικό ή αρνητικό τους παράδειγμα, πώς μπορούμε να ζήσουμε λεύτεροι. Πώς να μορφώσουμε τα παιδιά μας, με βάση το δικό τους, μεγάλο πρότυπο: Τον Άνθρωπο του Χρέους. Κι εμείς τι κάναμε;
Φοβούμαι πως πήραμε το λυχνάρι και το βάλαμε κάτω από το μόδι. Πως πήραμε τον πολύτιμο θησαυρό και τον χώσαμε στη γη, σαν το δούλο του Ευαγγελίου. Και τρυπήσαμε τα φουσκωμένα ασκιά του Αιόλου και αφήσαμε να μπούνε μέσα στο σπίτι μας του κόσμου οι άνεμοι και τα ξένα ξωτικά. Κι αγωνιζόμαστε, πάνω από ενάμιση αιώνα τώρα, να γλιτώσουμε από τα ξένα ξωτικά και δεν μπορούμε. Και δεν μπορούμε, ούτε τα προτερήματα μας να αναγνωρίσουμε, ούτε τα ελαττώματα μας να περιορίσουμε.
Ωστόσο, η μεγάλη παρακαταθήκη, που φτάνει ως εμάς από τα τρεμουλιασμένα χείλη του Καραϊσκάκη, τη στιγμή που ξεψυχούσε, μας καλεί να κάνουμε το χρέος μας:
“Εγώ πεθαίνω”, είπε. “Εσείς κοιτάτε να μονοιάσετε και να λευτερώσετε την Πατρίδα”.

Αυτή η διατήρηση της λευτεριάς και η δημιουργία μιας λυτρωμένης από τα μέσα και τα έξω δεινά Πατρίδας, είναι το Χρέος μας στη γενιά των αγωνιστών του '21. Μόνο έτσι θα δικαιώσουμε τη θυσία τους, θα καταξιώσουμε την ύπαρξη μας και θα μπορούμε αληθινά, σήμερα, στη μεγάλη μας αυτή γιορτή, να φωνάζουμε όλοι μαζί:

Ζήτω το ‘21

Ζήτω το Έθνος


: : . . . Επιστροφή στην Προηγούμενη Σελίδα . . . : :